Η βιταμίνη D έχει λάβει το προσωνύμιο «η βιταμίνη του ήλιου», επειδή παράγεται φυσικά από τον οργανισμό μας όταν η ηλιακή ακτινοβολία έρχεται σε επαφή με το δέρμα μας. Η βιταμίνη D είναι λιποδιαλυτή και επηρεάζει τη λειτουργία σχεδόν 2.000 διαφορετικών γονιδίων μας.





















Είναι η βιταμίνη για την οποία μιλάει ο μισός πλανήτης και την οποία, σύμφωνα με τις επιδημιολογικές μελέτες, δεν έχει σε επαρκή επίπεδα ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού — ακόμη και σε ηλιόλουστες χώρες όπως η Ελλάδα. Η βιταμίνη D έχει περάσει τα τελευταία χρόνια από τα εγχειρίδια βιοχημείας στα εξεταστικά παραπεμπτικά, στα ράφια του φαρμακείου και στις καθημερινές συζητήσεις. Και μαζί με τη δημοτικότητα ήρθαν και οι παρανοήσεις: για το πόση χρειαζόμαστε, για το τι δείχνει η εξέταση, για το ποια είναι «η καλύτερη», ακόμη και για το αν υπάρχουν φρούτα που την περιέχουν.
Αυτός ο οδηγός επιχειρεί να βάλει τα πράγματα σε σειρά: τι είναι στην πραγματικότητα, πώς παράγεται, τι λένε οι εξετάσεις, ποια είναι τα όρια της δοσολογίας και τι ακριβώς επιτρέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία να ισχυριστεί κανείς για αυτήν.
Η βιταμίνη D ονομάστηκε έτσι για ιστορικούς λόγους, στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν οι ερευνητές αναζητούσαν τον παράγοντα που προλάμβανε τη ραχίτιδα στα παιδιά. Με τα σημερινά κριτήρια όμως, δεν συμπεριφέρεται σαν κλασική βιταμίνη. Οι βιταμίνες, εξ ορισμού, είναι ουσίες που ο οργανισμός δεν μπορεί να συνθέσει και πρέπει να τις πάρει από τη διατροφή. Η βιταμίνη D όχι μόνο συντίθεται στο ανθρώπινο δέρμα, αλλά μετά τη σύνθεσή της ενεργοποιείται σε δύο στάδια και δρα δεσμευόμενη σε έναν πυρηνικό υποδοχέα, επηρεάζοντας την έκφραση εκατοντάδων γονιδίων. Με άλλα λόγια, λειτουργεί σαν προ-ορμόνη — και αυτό εξηγεί γιατί τα ενδιαφέροντά της απλώνονται πολύ πέρα από τα οστά.
Χημικά, πρόκειται για μια λιποδιαλυτή ουσία της οικογένειας των σεκοστεροειδών. Επειδή είναι λιποδιαλυτή, δύο πράγματα προκύπτουν άμεσα και έχουν πρακτική σημασία: πρώτον, απορροφάται καλύτερα όταν συνοδεύεται από λίπος· δεύτερον, αποθηκεύεται στον λιπώδη ιστό και στο ήπαρ αντί να αποβάλλεται εύκολα με τα ούρα, όπως συμβαίνει με τις υδατοδιαλυτές βιταμίνες. Αυτή ακριβώς η αποθήκευση είναι που καθιστά την υπερδοσολογία υπαρκτό ενδεχόμενο, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τη βιταμίνη C ή τις βιταμίνες του συμπλέγματος B.
Λίγα θρεπτικά συστατικά γράφονται με τόσους διαφορετικούς τρόπους. Στις αναζητήσεις θα τη βρείτε ως βιταμινη δ με ελληνικό δέλτα, ως βιταμινη ντε ή βιταμίνη ντε όπως προφέρεται, κολλητά ως βιταμινηd και βιταμίνηd, με αντεστραμμένη σειρά ως d βιταμίνη ή d βιταμινη, συντομογραφικά ως βιτ d, και φυσικά με λατινικούς χαρακτήρες: vitamin d, vit d, vitamini d, d vitamini, vitaminh d, vitamines d, vitamines d3. Όλες αυτές οι γραφές παραπέμπουν στην ίδια ουσία.
Η μόνη διάκριση που έχει πραγματική σημασία δεν είναι ορθογραφική αλλά χημική, και είναι η διάκριση ανάμεσα στη D2 και στη D3 — καθώς και ανάμεσα στη βιταμίνη D και στον μεταβολίτη της, την 25-OH βιταμίνη D, που είναι αυτό που πραγματικά μετράει το εργαστήριο.
Η βιταμίνη D κυκλοφορεί σε δύο βασικές μορφές.
Οι ιδιότητες της βιταμίνης D3 που την έχουν κάνει την επικρατούσα επιλογή στα σκευάσματα σχετίζονται κυρίως με τη σταθερότητα και τη συμπεριφορά της στον οργανισμό: η D3 τείνει να ανεβάζει και να διατηρεί τα επίπεδα της 25-OH βιταμίνης D πιο αποτελεσματικά και για μεγαλύτερο διάστημα από την ίδια ποσότητα D2. Γι' αυτό και όταν κάποιος ψάχνει βιταμινη d3 ή βιταμίνη d3, στην πράξη ψάχνει τη μορφή που θεωρείται βιοϊσοδύναμα ισχυρότερη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η D2 είναι άχρηστη — απλώς ότι, σε ίσες μονάδες, δεν αποδίδει το ίδιο.
Για να καταλάβει κανείς τι μετράει η εξέταση αίματος, χρειάζεται να δει τη διαδρομή που ακολουθεί η ουσία μέσα στο σώμα. Είναι μια αλυσίδα τριών σταθμών.
Η υπεριώδης ακτινοβολία UVB μετατρέπει την 7-δεϋδροχοληστερόλη του δέρματος σε προβιταμίνη D3 και στη συνέχεια σε χοληκαλσιφερόλη. Η απόδοση αυτής της διαδικασίας εξαρτάται από τη γωνία του ήλιου (και άρα από την εποχή, την ώρα της ημέρας και το γεωγραφικό πλάτος), από τον φωτότυπο του δέρματος, από την ηλικία, από την επιφάνεια του σώματος που είναι εκτεθειμένη και από τη χρήση αντηλιακού. Στα βόρεια γεωγραφικά πλάτη, τους χειμερινούς μήνες, η UVB ακτινοβολία που φτάνει στο έδαφος είναι πρακτικά ανεπαρκής για ουσιαστική σύνθεση.
Η χοληκαλσιφερόλη — είτε ήρθε από το δέρμα είτε από τη διατροφή είτε από συμπλήρωμα — μεταφέρεται στο ήπαρ και υδροξυλιώνεται σε 25-υδροξυβιταμίνη D, γνωστή και ως καλσιδιόλη. Αυτή είναι η κύρια μορφή αποθήκευσης και κυκλοφορίας, με χρόνο ημιζωής αρκετών εβδομάδων.
Στους νεφρούς η καλσιδιόλη μετατρέπεται σε 1,25-διυδροξυβιταμίνη D (καλσιτριόλη), τη βιολογικά ενεργή μορφή. Η μετατροπή αυτή ρυθμίζεται αυστηρά από την παραθορμόνη, το ασβέστιο και τον φώσφορο.
Το κρίσιμο συμπέρασμα: επειδή η ενεργή μορφή ρυθμίζεται στενά και έχει χρόνο ημιζωής μερικών ωρών, δεν είναι αυτή που μετριέται για την εκτίμηση της επάρκειας. Αυτό που μετριέται είναι η 25-OH.
Η εξέταση που ζητά ο γιατρός αναγράφεται στα παραπεμπτικά και στα αποτελέσματα με διάφορες μορφές: 25-OH vitamin D, 25 OH vitamin D, 25-OH vitamin D3, ή απλώς vitamin 25-OH. Πρόκειται πάντα για την ίδια μέτρηση, την ολική 25-υδροξυβιταμίνη D στον ορό.
Οι φυσιολογικές τιμές βιταμίνης D αναφέρονται σε δύο μονάδες, ανάλογα με το εργαστήριο: σε ng/mL ή σε nmol/L. Η μετατροπή είναι απλή — 1 ng/mL αντιστοιχεί σε 2,5 nmol/L. Οι κλίμακες που χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιβλιογραφία είναι οι εξής:
Το ίδιο ισχύει και όταν κάποιος αναζητά βιταμινη d3 φυσιολογικες τιμες: το εργαστήριο δεν μετράει χωριστά D2 και D3 στη ρουτίνα, αλλά το άθροισμα των δύο μεταβολιτών.
Σημαντική διευκρίνιση: τα όρια αναφοράς διαφέρουν από εργαστήριο σε εργαστήριο και από μέθοδο σε μέθοδο, και η ερμηνεία τους δεν γίνεται ποτέ απομονωμένα. Ένα αποτέλεσμα αξιολογείται μαζί με το ασβέστιο, τον φώσφορο, την παραθορμόνη, τη νεφρική λειτουργία, την ηλικία, τη φαρμακευτική αγωγή και τη γενικότερη κλινική εικόνα. Η ερμηνεία των εξετάσεων και η απόφαση για αγωγή ανήκουν στον θεράποντα γιατρό — αυτό το κείμενο δεν υποκαθιστά τη διάγνωση.
Εδώ χρειάζεται σαφήνεια, γιατί η απόσταση ανάμεσα σε αυτά που ερευνώνται και σε αυτά που έχουν εγκριθεί είναι μεγάλη. Βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006, η βιταμίνη D:
Υπάρχει επίσης ένας εγκεκριμένος ισχυρισμός μείωσης κινδύνου νόσου, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις: η βιταμίνη D συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου πτώσης που συνδέεται με την αστάθεια της στάσης του σώματος και τη μυϊκή αδυναμία, σε άνδρες και γυναίκες ηλικίας 60 ετών και άνω — και η πτώση αποτελεί παράγοντα κινδύνου για κατάγματα. Ο ισχυρισμός αυτός ισχύει για σκευάσματα που παρέχουν τουλάχιστον 20 μg (800 IU) βιταμίνης D ημερησίως.
Αντίθετα, δεν υπάρχουν εγκεκριμένοι ισχυρισμοί που να συνδέουν τη βιταμίνη D με την πρόληψη λοιμώξεων του αναπνευστικού, με αυτοάνοσα νοσήματα, με την κατάθλιψη, με τα καρδιαγγειακά ή με τον καρκίνο. Οι περιοχές αυτές ερευνώνται ενεργά και υπάρχει ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία, αλλά τα δεδομένα δεν έχουν κριθεί επαρκή για έγκριση ισχυρισμού.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι οι μονάδες, γιατί η σύγχυση εδώ είναι τεράστια. Πολλοί αναζητούν βιταμινη d ημερησια δοση mg — και η απάντηση είναι ότι η βιταμίνη D δεν μετριέται σε mg. Μετριέται σε μικρογραμμάρια (μg) ή σε διεθνείς μονάδες (IU), και η αντιστοιχία είναι:
Ένα mg θα ισοδυναμούσε με 40.000 IU — ποσότητα εκτός κάθε λογικής για καθημερινή λήψη. Όταν λοιπόν μια ετικέτα γράφει «75 mcg», εννοεί 75 μικρογραμμάρια, δηλαδή 3.000 IU.
Η EFSA έχει ορίσει ως επαρκή πρόσληψη τα 15 μg (600 IU) ημερησίως για ενήλικες, εφήβους και παιδιά άνω του ενός έτους, καθώς και για εγκύους και θηλάζουσες. Για τα βρέφη οι τιμές είναι χαμηλότερες και καθορίζονται από τον παιδίατρο.
Το ανώτατο ανεκτό επίπεδο πρόσληψης (UL) για ενήλικες και εφήβους είναι τα 100 μg (4.000 IU) ημερησίως από όλες τις πηγές. Για παιδιά 1–10 ετών το όριο είναι 50 μg (2.000 IU), ενώ για τα βρέφη είναι σημαντικά χαμηλότερο. Το UL δεν είναι στόχος — είναι οροφή ασφαλείας.
Μια πρακτική λεπτομέρεια που προκαλεί πανικό χωρίς λόγο: η Ποσότητα Αναφοράς Θρεπτικού Συστατικού (NRV) για τη βιταμίνη D στην ευρωπαϊκή επισήμανση είναι μόλις 5 μg. Γι' αυτό ένα σκεύασμα των 25 μg (1.000 IU) εμφανίζει στην ετικέτα «500% NRV». Το ποσοστό αυτό δεν σημαίνει υπερδοσολογία — σημαίνει απλώς ότι η τιμή αναφοράς της επισήμανσης είναι πολύ χαμηλότερη από τη σύγχρονη σύσταση επάρκειας.
Η δοσολογία βιταμίνης D που χρειάζεται το κάθε άτομο εξαρτάται από τα αρχικά του επίπεδα, την ηλικία, το σωματικό βάρος, την έκθεση στον ήλιο, την εποχή και τυχόν παθήσεις. Υψηλότερα σχήματα, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται για διόρθωση τεκμηριωμένης ανεπάρκειας, καθορίζονται από γιατρό.
Η διατροφή είναι, για τους περισσότερους ανθρώπους, η μικρότερη πηγή βιταμίνης D — και αυτό οφείλεται στο ότι ελάχιστα τρόφιμα την περιέχουν σε αξιόλογες ποσότητες. Οι τροφές με βιταμίνη D που πραγματικά μετράνε είναι:
Ακόμη και με προσεγμένη διατροφή, η κάλυψη των 15 μg ημερησίως αποκλειστικά από τρόφιμα είναι δύσκολη για κάποιον που δεν τρώει λιπαρό ψάρι αρκετές φορές την εβδομάδα.
Δύο από τις πιο συχνές αναζητήσεις είναι φρουτα με βιταμινη d και βοτανα με βιταμινη d. Η απάντηση, όσο κι αν απογοητεύει, είναι κατηγορηματική: δεν υπάρχουν φρούτα που να περιέχουν βιταμίνη D σε ουσιαστική ποσότητα, ούτε βότανα.
Ο λόγος είναι βιοχημικός. Η βιταμίνη D είναι σεκοστεροειδές και προκύπτει από πρόδρομες στερόλες. Τα φυτά παράγουν φυτοστερόλες, οι οποίες δεν μετατρέπονται σε βιταμίνη D. Η μόνη εξαίρεση στο φυτικό βασίλειο είναι οι μύκητες — τα μανιτάρια — που περιέχουν εργοστερόλη και μπορούν, μετά από έκθεση σε UV, να αποδώσουν βιταμίνη D2. Και τα μανιτάρια, βοτανικά, δεν είναι φυτά.
Ό,τι κυκλοφορεί ως «βότανο πλούσιο σε βιταμίνη D» είτε αφορά εμπλουτισμένο σκεύασμα — δηλαδή προστέθηκε βιομηχανικά βιταμίνη D στο βοτανικό εκχύλισμα — είτε είναι ανακριβές. Ένας χυμός πορτοκάλι μπορεί να περιέχει βιταμίνη D μόνο αν είναι εμπλουτισμένος, και τότε η βιταμίνη προέρχεται από το εργοστάσιο, όχι από το πορτοκάλι. Αν ακολουθείτε αυστηρά φυτοφαγική διατροφή, οι ρεαλιστικές επιλογές είναι τα UV-μανιτάρια, τα εμπλουτισμένα φυτικά ροφήματα και τα vegan συμπληρώματα D3 από λειχήνα.
Το ερώτημα «η καλυτερη βιταμινη d» ή «ποια ειναι η καλυτερη βιταμινη d3» δεν έχει μία απάντηση, γιατί το «καλύτερο» εξαρτάται από το ποιος ρωτάει. Αυτό που έχει απάντηση είναι τα κριτήρια με τα οποία συγκρίνει κανείς σκευάσματα:
Στην αγορά κυκλοφορούν πολλά εμπορικά σκευάσματα, και συχνά οι χρήστες αναζητούν απευθείας ονόματα προϊόντων — για παράδειγμα d ready ή d ready τιμη. Η πρακτική συμβουλή είναι να μη σταματάτε στο εμπορικό όνομα: ανατρέξτε στην ετικέτα, δείτε τα μg ανά δόση, τη μορφή και τον αριθμό των δόσεων στη συσκευασία, και υπολογίστε το κόστος ανά ημέρα λήψης. Δύο προϊόντα με πολύ διαφορετική τιμή ραφιού μπορεί να έχουν σχεδόν ίδιο ημερήσιο κόστος. Για την τελική επιλογή, ο φαρμακοποιός σας είναι το καταλληλότερο πρόσωπο.
Ορισμένες ομάδες εμφανίζουν συστηματικά χαμηλότερα επίπεδα 25-OH βιταμίνης D:
Επειδή η βιταμίνη D αποθηκεύεται, η παρατεταμένη λήψη υπερβολικών δόσεων μπορεί να οδηγήσει σε τοξικότητα. Ο μηχανισμός δεν είναι η ίδια η βιταμίνη αλλά η υπερασβεστιαιμία που προκαλεί: υπερβολική απορρόφηση ασβεστίου, με συνέπειες όπως ναυτία, εμετοί, ανορεξία, πολυουρία, δίψα, μυϊκή αδυναμία, σύγχυση και, σε παρατεταμένη έκθεση, εναποθέσεις ασβεστίου στους ιστούς και νεφρική βλάβη.
Δύο διευκρινίσεις που αξίζουν: η τοξικότητα δεν προκαλείται από την ηλιακή έκθεση — το δέρμα διαθέτει μηχανισμό αυτορρύθμισης που αποδομεί την περίσσεια. Ούτε προκαλείται από τη διατροφή σε φυσιολογικές συνθήκες. Σχεδόν όλα τα καταγεγραμμένα περιστατικά αφορούν συμπληρώματα σε πολύ υψηλές δόσεις για παρατεταμένο διάστημα, ή λάθη δοσολογίας — ιδίως με σταγόνες, όπου μια σύγχυση ανάμεσα σε «σταγόνες» και «ml» μπορεί να δεκαπλασιάσει τη δόση.
Ενημερώστε τον φαρμακοποιό ή τον γιατρό σας αν λαμβάνετε: κορτικοστεροειδή, ορισμένα αντιεπιληπτικά, ορλιστάτη, χολεστυραμίνη, θειαζιδικά διουρητικά ή δακτυλίτιδα. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε άτομα με υπερασβεστιαιμία, σαρκοείδωση ή άλλα κοκκιωματώδη νοσήματα, νεφρολιθίαση και χρόνια νεφρική νόσο. Σε εγκυμοσύνη, θηλασμό και σε παιδιά, η δόση καθορίζεται πάντα από επαγγελματία υγείας.
Δεν είναι πάντα απαραίτητο, αλλά βοηθά. Για ένα υγιές ενήλικο άτομο που θέλει απλώς να καλύψει την επαρκή ημερήσια πρόσληψη με ένα συντηρητικό σκεύασμα, η εξέταση δεν είναι προϋπόθεση. Γίνεται όμως ουσιώδης σε τρεις περιπτώσεις: όταν υπάρχουν συμπτώματα ή ευρήματα που παραπέμπουν σε ανεπάρκεια, όταν το άτομο ανήκει σε ομάδα αυξημένου κινδύνου, και όταν σχεδιάζεται λήψη υψηλών δόσεων. Στην τελευταία περίπτωση η εξέταση δεν είναι απλώς χρήσιμη — είναι ο μόνος τρόπος να ξέρει κανείς πού ξεκινά και πού φτάνει. Χρήσιμο επίσης: η επανάληψη της μέτρησης έχει νόημα περίπου τρεις μήνες μετά την έναρξη της αγωγής, γιατί τόσο χρειάζεται για να σταθεροποιηθούν τα επίπεδα της 25-OH.
Η ώρα καθαυτή δεν έχει τεκμηριωμένη σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι το τι συνοδεύει τη λήψη. Επειδή είναι λιποδιαλυτή, η απορρόφησή της βελτιώνεται αισθητά όταν λαμβάνεται μαζί με γεύμα που περιέχει λίπος — μελέτες έχουν δείξει σημαντικές διαφορές στα επίπεδα ορού ανάμεσα σε λήψη με άδειο στομάχι και λήψη με το κυρίως γεύμα της ημέρας. Πρακτικά, το καλύτερο σχήμα είναι εκείνο που θα θυμάστε να τηρείτε: αν το μεσημεριανό είναι το πιο σταθερό σας γεύμα, εκεί. Η συνέπεια στη λήψη μετράει περισσότερο από τη βελτιστοποίηση της ώρας. Ορισμένοι αναφέρουν διαταραχή ύπνου με βραδινή λήψη· τα δεδομένα είναι ασθενή, αλλά αν το παρατηρήσετε, μεταφέρετέ την νωρίτερα.
Θα περίμενε κανείς πως όχι, και όμως οι ελληνικές επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν σταθερά υψηλά ποσοστά ανεπάρκειας ακόμη και σε καλοκαιρινές μετρήσεις. Οι λόγοι είναι πρακτικοί: ο σύγχρονος τρόπος ζωής είναι κατά κύριο λόγο εσωτερικός, η έκθεση γίνεται συχνά με αντηλιακό — σωστά, για την προστασία από το μελάνωμα — και τις ώρες που η UVB ακτινοβολία είναι επαρκής (γύρω στο μεσημέρι) οι περισσότεροι βρίσκονται σε γραφείο. Επιπλέον, η βιταμίνη D που αποθηκεύεται το καλοκαίρι δεν επαρκεί πάντα για να καλύψει ολόκληρο τον χειμώνα. Το συμπέρασμα δεν είναι «πάρτε συμπλήρωμα όλο τον χρόνο ανεξαιρέτως», αλλά «μην υποθέτετε επάρκεια επειδή ζείτε σε ηλιόλουστη χώρα» — η μέτρηση απαντά καλύτερα από τη γεωγραφία.
Δεν υπάρχει συνταγή που να ισχύει για όλους, και αυτό είναι η ειλικρινής απάντηση. Η παραγωγή εξαρτάται από τον φωτότυπο του δέρματος — ένα άτομο με πολύ ανοιχτόχρωμο δέρμα συνθέτει πολλαπλάσια ποσότητα στον ίδιο χρόνο σε σχέση με ένα άτομο με σκούρο δέρμα — από την επιφάνεια που εκτίθεται, από την ώρα, την εποχή και το γεωγραφικό πλάτος. Γενικά, σύντομη έκθεση προσώπου, χεριών και βραχιόνων κατά τους θερινούς μήνες συμβάλλει στην κάλυψη μέρους των αναγκών. Δύο πράγματα όμως δεν πρέπει να ξεχνιούνται: το τζάμι μπλοκάρει την UVB, οπότε ο ήλιος πίσω από παράθυρο δεν παράγει βιταμίνη D· και η παρατεταμένη έκθεση χωρίς προστασία αυξάνει τον κίνδυνο φωτογήρανσης και καρκίνου του δέρματος. Η αναζήτηση βιταμίνης D δεν αποτελεί λόγο για μη προστατευμένη έκθεση.
Σημαίνει 25-υδροξυβιταμίνη D, τον μεταβολίτη που παράγεται στο ήπαρ και κυκλοφορεί στο αίμα για εβδομάδες. Είναι ο δείκτης επιλογής για την εκτίμηση της συνολικής κατάστασης βιταμίνης D, ακριβώς επειδή είναι σταθερός και αντανακλά αθροιστικά όλες τις πηγές — ήλιο, διατροφή, συμπληρώματα. Μη συγχέετε αυτή τη μέτρηση με την 1,25-διυδροξυβιταμίνη D, την ενεργή μορφή: εκείνη ζητείται μόνο σε ειδικές κλινικές περιπτώσεις, έχει χρόνο ημιζωής ωρών και μπορεί να είναι φυσιολογική ή και αυξημένη ακόμη και σε άτομο με σαφή ανεπάρκεια, λόγω αντιρροπιστικής αύξησης της παραθορμόνης. Αν λοιπόν το παραπεμπτικό σας γράφει 25-OH, είναι το σωστό.
Συνήθως ναι, αλλά υπάρχουν συνδυασμοί που αξίζει να σκεφτείτε. Το ασβέστιο και η βιταμίνη D συνεργάζονται λειτουργικά, γι' αυτό και συχνά συνδυάζονται σε ένα σκεύασμα· η βιταμίνη K2 συζητείται ευρέως σε συνδυασμό με τη D3 και συνυπάρχει σε αρκετά προϊόντα. Το μαγνήσιο συμμετέχει στα ένζυμα που μεταβολίζουν τη βιταμίνη D. Το σημείο προσοχής είναι διαφορετικό: αν παίρνετε ήδη ένα πολυβιταμινούχο, ένα σκεύασμα ασβεστίου με D και ένα ξεχωριστό D3, μπορεί να αθροίζετε δόση χωρίς να το συνειδητοποιείτε. Κάντε μια απλή καταγραφή όλων των σκευασμάτων που λαμβάνετε και αθροίστε τα μg βιταμίνης D. Το ίδιο ισχύει και για το μουρουνέλαιο, που προσθέτει και βιταμίνη A.
Πιο αργά απ' ό,τι περιμένουν οι περισσότεροι. Η 25-OH βιταμίνη D έχει χρόνο ημιζωής περίπου δύο έως τριών εβδομάδων, και χρειάζονται τυπικά οκτώ έως δώδεκα εβδομάδες σταθερής ημερήσιας λήψης για να φτάσουν τα επίπεδα σε νέα ισορροπία. Γι' αυτό και η επανάληψη της εξέτασης νωρίτερα από τρεις μήνες δίνει παραπλανητική εικόνα. Ο ρυθμός ανόδου εξαρτάται επίσης από το αρχικό επίπεδο — όσο πιο χαμηλά ξεκινά κανείς τόσο μεγαλύτερη η άνοδος για την ίδια δόση — καθώς και από το σωματικό βάρος, αφού σε άτομα με υψηλό ποσοστό λίπους η ίδια δόση αποδίδει μικρότερη αύξηση στον ορό.
Η κλασική D3 προέρχεται από λανολίνη, δηλαδή από ζωική πηγή, και άρα δεν είναι κατάλληλη για αυστηρά φυτοφαγική διατροφή. Υπάρχουν όμως δύο εναλλακτικές. Η πρώτη είναι η D2 από UV-μανιτάρια ή μαγιά, που είναι πλήρως φυτική αλλά λιγότερο αποτελεσματική ανά μονάδα. Η δεύτερη, και προτιμότερη σήμερα, είναι η D3 από λειχήνα — έναν οργανισμό που συνδυάζει μύκητα και φύκος και αποδίδει χοληκαλσιφερόλη χωρίς ζωική πρώτη ύλη. Αρκετά σκευάσματα φέρουν ρητή vegan σήμανση· ελέγξτε την ετικέτα, γιατί ο χαρακτηρισμός «φυτικές κάψουλες» αφορά μόνο το κέλυφος και όχι την ίδια τη βιταμίνη.
Είναι μια συνηθισμένη πρακτική, ιδίως σε άτομα που δυσκολεύονται με την καθημερινή συμμόρφωση, και βασίζεται στο ότι η βιταμίνη D αποθηκεύεται. Τα δεδομένα δείχνουν ότι τα ισοδύναμα εβδομαδιαία σχήματα επιτυγχάνουν συγκρίσιμα επίπεδα 25-OH με τα καθημερινά. Οι πολύ αραιές και πολύ υψηλές εφάπαξ δόσεις είναι διαφορετική περίπτωση και έχουν συζητηθεί κριτικά στη βιβλιογραφία. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή σχήματος δεν είναι θέμα προτίμησης αλλά ιατρικής απόφασης, ιδίως όταν πρόκειται για δόσεις πάνω από το ανώτατο ανεκτό όριο της ημερήσιας πρόσληψης.
Το δύσκολο με την ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι ότι, στις ήπιες και μέτριες μορφές της, συχνά δεν έχει καθόλου συμπτώματα — και όταν έχει, αυτά είναι μη ειδικά: κόπωση, μυϊκή αδυναμία ιδίως στους μύες των μηρών και των ώμων, διάχυτοι μυοσκελετικοί πόνοι, ευαισθησία στα οστά. Σε σοβαρή και παρατεταμένη ανεπάρκεια εμφανίζονται οστεομαλακία στους ενήλικες και ραχίτιδα στα παιδιά. Επειδή όμως όλα αυτά τα συμπτώματα μπορούν να προκληθούν από δεκάδες άλλες αιτίες, δεν αποτελούν διαγνωστικό κριτήριο. Αν έχετε επίμονη κόπωση ή μυοσκελετικά ενοχλήματα, το σωστό βήμα δεν είναι να αρχίσετε συμπλήρωμα υποθέτοντας ανεπάρκεια, αλλά να απευθυνθείτε σε γιατρό για ουσιαστική διερεύνηση.
Το παρόν κείμενο έχει αποκλειστικά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την ιατρική συμβουλή, τη διάγνωση ή τη θεραπεία. Ισχυρισμοί υγείας εγκεκριμένοι βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο μιας ισορροπημένης δίαιτας και ενός υγιεινού τρόπου ζωής. Συμβουλευτείτε τον φαρμακοποιό ή τον γιατρό σας πριν από τη λήψη, ιδίως αν είστε έγκυος ή θηλάζετε, αν λαμβάνετε φαρμακευτική αγωγή ή αν πάσχετε από χρόνιο νόσημα.
be the first to hear about our offers